Σήμερα, 30 Ιανουαρίου 2020 – των Τριών Ιεραρχών, έγινε στο σχολείο μας προαιρετικός εκκλησιασμός και ακολούθησε ομιλία της Διευθύντριας κ. Σοφίας Νικηφορίδου για αυτούς και το έργο τους.
Ακολουθεί το κείμενο της ομιλίας:
Προετοιμάζοντας όσα θα έπρεπε να ειπωθούν για τη σημερινή εκδήλωση, έψαξα και διάβασα κάποια στοιχεία σχετικά με τη ζωή και το έργο των Τριών Ιεραρχών γνωρίζοντας πως για τους περισσότερους πρόκειται για μια ακόμη αδιάφορη θρησκευτική-σχολική εορτή που είστε υποχρεωμένοι να παρακολουθήσετε, ενώ θα προτιμούσατε να είστε κάπου αλλού και να πίνετε καφέ με την παρέα σας. Κάποιοι μάλιστα αναρωτιέστε τι σχέση έχουμε εμείς, με τρεις «παπάδες», που έζησαν δεκάδες αιώνες πριν και τί μπορούν να διδάξουν αυτοί, εμάς -τους σημερινούς ανθρώπους- του διαδικτύου και του γουάι φάι, της ρομποτικής, των διαπλανητικών ταξιδιών,… των γονιδιακών θεραπειών. Κι όμως υπάρχει σχέση και σύνδεση ανάμεσα στο διαχρονικό μήνυμα της ζωής και του έργου των Τριών Ιεραρχών με την εποχή μας.
Για να κατανοήσουμε καλύτερα τα όσα θα πούμε παρακάτω, είναι καλό να γνωρίζουμε που και πότε, σε πια εποχή και υπό ποιες συνθήκες έζησαν. Έζησαν λοιπόν και έδρασαν σε μία ιστορική καμπή της ιστορίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά την οποία συνέβαιναν σημαντικά γεγονότα. Τον 4ο αιώνα η νέα θρησκεία, ο Χριστιανισμός που είχε καθιερωθεί ως επίσημη θρησκεία του κράτους, κλυδωνίζονταν από αιρέσεις που έθεταν σε δοκιμασία την πίστη των απλών ανθρώπων. Υπήρχε ισχυρή σύγκρουση μεταξύ της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και της νέας χριστιανικής θεολογίας, κινδυνεύοντας να οδηγήσει την κοινωνία στον σκοταδισμό. Και το χειρότερο ο απλός λαός, βασανιζόταν από την άνιση κατανομή των αγαθών,τη διαφθορά, την οικονομική αταξία. Η μετακίνηση πληθυσμών στα μεγάλα αστικά κέντρα, είχαν ως αποτέλεσμα τη φτώχεια , την αμορφωσιά, την αυθαιρεσία, την κοινωνική ανισότητα και την καταδυνάστευση του λαού από τον αυτοκράτορα ως τη νέα πλούσια τάξη που διαμορφώθηκε μετά την κατάρρευση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Σ’ αυτό το περιβάλλον γεννήθηκαν και ανδρώθηκαν οι Τρεις Πατέρες της Εκκλησίας και βέβαια επηρεάστηκαν!
Ο Βασίλειος γεννήθηκε στην Νεοκαισάρεια του Πόντου και μεγάλωσε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και γονείς του ήταν η Εμμέλεια και ο ρήτορας Βασίλειος. Σπούδασε στην Καισάρεια, την Κωνσταντινούλπολη και την Αθήνα, σχεδόν όλες τις γνωστές επιστήμες, Φιλοσοφία, Ρητορική, Ιατρική… Σύμφωνα με τη συνήθεια εκείνης της εποχής βαπτίστηκε σε ηλικία 30 ετών και στη συνέχεια αφού μοίρασε τα υπάρχοντά του στους φτωχούς έγινε μοναχός και μάλιστα δημιούργησε τους κανόνες του κοινοβιακού μοναχισμού. Αργότερα έγινε διάκονος, ιερέας και επίσκοπος Καισάρειας.
Καταπολέμησε σθεναρά τον αρειανισμό που αρνούνταν τη θεότητα του Χριστού. Ακόμα κι όταν απειλήθηκε με δήμευση της περιουσίας του, εξορία, βασανιστήρια και θάνατο. Πολέμησε τη φτώχεια, την αδικία, ευαισθητοποίησε τους πλούσιους υπέρ της φιλανθρωπίας και δημιούργησε τη Βασιλειάδα, μια πόλη-θαύμα ανθρωπιάς με νοσοκομείο, πτωχοκομείο, γηροκομείο, λεπροκομείο, σχολείο, ξενώνα, ορφανοτροφείο, για τα οποία διέθεσε όλα του τα υπάρχοντα και στην οποία ζούσαν και τρέφονταν 30.000 πεινασμένοι, ορφανοί, ηλικιωμένοι, ασθενείς και πονεμένοι άνθρωποι κάθε ηλικίας. Γίνεται έτσι πρωτεργάτης της κοινωνικής μέριμνας.
Ο Μέγας Βασίλειος θεμελίωσε τη Χριστιανική του Θεολογία, αντλώντας επιλεκτικά από την αρχαιοελληνική και κυρίως από την πλατωνική φιλοσοφία. Συμβούλευε τη νεολαία να διαβάζει την ελληνική ιστορία, μυθολογία, ποίηση και φιλοσοφία. Έγραψε πολλά βιβλία, επιστολές, κηρύγματα, ομιλίες, προσευχές και τη Θεία Λειτουργία που φέρει το όνομά του. Στα 49 του χρόνια, μετά από ζωή εξαντλητικής νηστείας και προσφοράς, έφυγε για την Άνω Ιερουσαλήμ, στα τέλη του 378 μ.Χ.
Η Εκκλησία μας τον τιμάει ως άγιο την 1η Ιανουαρίου.
Ο Άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε κοντά στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας γι’ αυτό και ονομάστηκε Ναζιανζηνός. Όπως και ο Άγιος Βασίλειος καταγόταν από παλιά και πλούσια οικογένεια του τόπου του. Γονείς του ήταν η Νόννα και ο επίσκοπος Γρηγόριος. Σπούδασε Φιλολογία, Φιλοσοφία, Νομικά, Μουσική, Αριθμητική και Γεωμετρία.
Στην Καισάρεια της Καππαδοκίας γνωρίστηκε με το Βασίλειο, που είχαν σχεδόν την ίδια ηλικία και συνδέθηκαν με αδελφική φιλία και εκτίμηση που έμεινε ζωντανή και δυνατή σε όλη τους τη ζωή.
Όπως και ο Βασίλειος υπερασπίστηκε την Ορθοδοξία, από τον κίνδυνο του Αρειανισμού. Εκφώνησε πέντε λόγους για τη θεότητα του «Υιού και Λόγου» του Θεού και ονομάστηκε Θεολόγος. Όταν στέφτηκε αυτοκράτορας ο Μέγας Θεοδόσιος καθιερώνοντας με διάταγμα την Ορθοδοξία ως επίσημη θρησκεία του Βυζαντινού κράτους, αναδείχτηκε ο Γρηγόριος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και Πρόεδρος της Β’ Οικουμενικής Συνόδου. Από αυτή τη θέση, το 381, μαζί με άλλους πατέρες της Εκκλησίας συμπλήρωσαν τα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως που άρχισε η Α’ Οικουμενική Σύνοδος. Η παντοδυναμία των αυτοκρατόρων και των επιτρόπων στις επαρχίες της Αυτοκρατορίας ήταν ανεξέλεγκτη.
Ο Γρηγόριος ύψωσε το ανάστημά του υπέρ των φτωχών και αδικούμενων, ζητώντας επιείκεια και δικαιοσύνη. Τα έβαλε με τους νόμους της εποχής του που μείωναν την αξία και την ισότητα των γυναικών, επειδή όπως κήρυττε, «άντρες οι νομοθετούντες, γι’ αυτό κατά των γυναικών η νομοθεσία»
Η Εκκλησία μας τον κατέταξε ανάμεσα στους αγίους της και τον τιμά ξεχωριστά στις 25 Ιανουαρίου καθώς και στις 30 του ίδιου μήνα, γιορτή των Τριών Ιεραρχών.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας. Γονείς του ήταν ο Σεκούνδος και η Ανθούσα. Σπούδασε Ρητορική στη σχολή του περίφημου δασκάλου της εποχής εκείνης, του εθνικού Λιβάνιου και ονομάστηκε Χρυσόστομος για τις ρητορικές του ικανότητες. Σπούδασε ακόμη Φιλοσοφία, Νομική και Θεολογία.
Με τα λαμπρά του κηρύγματα και το παράδειγμά του μαγνήτιζε τις ψυχές των πιστών. Η φήμη και το καλό όνομά του έγιναν γνωστά σε όλη τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και ο βασιλιάς Αρκάδιος τον πήρε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί τον εξέλεξαν Πατριάρχη.
Καθημερινά συντηρούσε με συσσίτια ως και 7.000 άτομα.
Με το ζωντανό παράδειγμα, αλλά και με τα κηρύγματά του χτυπούσε τη πλουτομανία και τη φοβερή επίδειξη πλούτου. Κατάργησε κάθε πολυτέλεια στην εκκλησία, ενώ περιόρισε στο ελάχιστο τα έξοδα διατροφής του κλήρου, συγκέντρωσε και πούλησε διάφορα πολύτιμα σκεύη και τιμαλφή των ναών, που δεν ήταν απαραίτητα και τα χρήματα αυτά τα αξιοποίησε για έργα αγάπης.
Φρόντισε ακόμη οι Γότθοι του Βυζαντίου ν’ αποκτήσουν λατρεία στη δική του γλώσσα, τη γοτθική, ενώ ως τότε χρησιμοποιούσαν την ελληνική που τους ήταν ακατανόητη.
Κεραυνοβόλησε τη μαλθακότητα και την ακόλαστη ζωή των μεγιστάνων.
Προκάλεσε τις αντιδράσεις της αυτοκράτειρας Ευδοξίας και των εκκλησιαστικών κύκλων. Εκθρονίστηκε και καταδικάστηκε σε εξορία 2 φορές. Την τελευταία φορά κι ενώ βρισκόταν στο δρόμο για τα Κόμανα του Πόντου, πέθανε από τις κακουχίες και τις στερήσεις.
Ανάμεσα στα έργα που άφησε ιδιαίτερη θέση κατέχει η Θεία Λειτουργία που φέρει τ’ όνομά του και τελείται κάθε Κυριακή!
Η Εκκλησία μας τιμάει την μνήμη του στις 13 Νοεμβρίου, στις 27 Ιανουαρίου (Ανακομιδή) και στις 30 Ιανουαρίου μαζί με τους άλλους δύο Ιεράρχες.
Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, οι Τρεις Ιεράρχες πέρα από τη βαθιά θεολογική τους κατάρτιση υπήρξαν αιρετικοί και ασυμβίβαστοι κοινωνικοί επαναστάτες που με τη ζωή και τη διδασκαλία τους διέλυσαν τις προκαταλήψεις και την αμάθεια διδάσκουν την αρμονική συμβίωση και τη συγχωρητικότητα μεταξύ του ζευγαριού την ισοτιμία των δύο φύλων. Καυτηριάζουν τους νόμους της εποχής τους, που δεν ήσαν πάντα δίκαιοι. Όλες οι χειρωνακτικές εργασίες είναι απόλυτα σεβαστές και θαυμαστές, όχι μόνο οι λεγόμενες “πνευματικές”. Η σπατάλη και η πολυτέλεια είναι καλό να αποφεύγονται. Περιγράφουν τις αρχές που πρέπει να διέπουν τη σχέση δασκάλου και μαθητή, στηριγμένη στην αγάπη και τον αλληλοσεβασμό.
Η αδιάλειπτη ενασχόλησή τους με το λόγο και τα γράμματα, η ευρύτητα της σκέψης τους, επέτρεψε να γεφυρώσουν το χάσμα που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στον αρχαίο κόσμο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη με τις πανανθρώπινες αξίες του Χριστιανισμού, αναδεικνύοντας ουσιαστικά το διαχρονικό μεγαλείο του Ελληνικού πολιτισμού και των γραμμάτων. Έτσι, η αξία της ελληνικής παιδείας περνάει μέσα από το έργο των Τριών Ιεραρχών στην ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία. Ο ελληνικός στοχασμός, δεν αντιστρατεύονται την ορθόδοξη πίστη. Η αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη γίνεται το εργαλείο και όχημα για την διατύπωση των δογμάτων της ορθοδόξου πίστεως.
Στο πρόσωπο των Τριών Ιεραρχών αγιάζονται οι τέχνες και τα γράμματα. Είναι η έμπρακτη αναγνώριση τους ως ύψιστα δώρα και αγαθά του θεού προς τον νοήμονα άνθρωπο.
Η Παιδεία είναι επιμέλεια της ψυχής, η οποία επιτυγχάνεται με την πνευματική καλλιέργεια που φωτίζει την πορεία του ανθρώπου στο χρόνο. Διαλύει τα σκοτάδια και ελευθερώνει τον άνθρωπο από τη σκλαβιά της αμάθειας και τον οδηγεί σε μία πνευματική ανάταση και εγρήγορση ώστε να μπορεί να διακρίνει το σημαντικό από το ασήμαντο, το μόνιμο από το πρόσκαιρο.
Ο αγράμματος και ημιμαθής, ο απαίδευτος άνθρωπος, ποτέ δεν είναι πραγματικά ελεύθερος.
Μπορεί στη ζωή του κάποιος να αποκτήσει υλικά αγαθά, δύναμη, πλούτο, όμως τίποτα από αυτά δεν έχουν πραγματική αξία αν ο νους και η ψυχή δεν έχουν περάσει από το σφυρί και το αμόνι της γνώσης, γιατί χρειάζεται κόπος, επιμονή και υπομονή για να την κατακτήσουμε.
Έτσι λοιπόν το σημερινό μήνυμα δεν είναι μόνο θρησκευτικό. Ανεξάρτητα από οικογενειακή καταβολή, οικονομική θέση, θρήσκευμα, χρώμα, η εθνικότητα, το μήνυμα των Τριών Ιεραρχών, πατέρων του χριστιανισμού είναι πανανθρώπινο. Σας προτρέπω λοιπόν να δεχθείτε με αγάπη και να ενστερνιστείτε με υπομονή αυτό το φως της γνώσης που θα φωτίζει τα βήματα της ζωή σας και να παιδεύετε τον εαυτό σας. Το ταξίδι αυτό δεν πρέπει να σταματά ποτέ.
Φωτογραφίες από την 30η Ιανουαρίου 2020:
Βίντεο με το βασικό μέρος της ομιλίας:
