Η γιορτή αυτή είχε σχεδιαστεί να παρουσιαστεί στους μαθητές και στις μαθήτριες της Α’ τάξης λαμβάνοντας όλα τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας. Την Τρίτη 26/10 όμως, είχαμε κρούσματα covid-19 στο σχολείο μας, γεγονός που ανάγκασε πολλούς μαθητές που θεωρήθηκαν “στενές επαφές” να φύγουν από το σχολείο και να πάνε να κάνουν rapid test – ανάμεσα σε αυτούς και μαθητές που συμμετείχαν στη γιορτή. Μπροστά σε αυτή τη ρευστή κατάσταση και προκειμένου να διαφυλαχθεί περαιτέρω η υγεία όλων, ο Σύλλογος Καθηγητών αποφάσισε να μην πραγματοποιηθεί η προσχεδιασμένη γιορτή και αντί αυτής να παρουσιαστεί σε κάθε Τμήμα, μέρος της γιορτής από τους εκπαιδευτικούς που είχαν σε αυτά μάθημα.


ΜΕΡΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ 1940 – 1944 ΣΤΑ ΜΕΤΟΠΙΣΘΕΝ

Σας καλωσορίζουμε στη γιορτή του σχολείου μας «Μέρες Αντίστασης 1940-1944 στα Μετόπισθεν». Σ’ αυτή συμπυκνώνουμε και τιμάμε τη μεγαλειώδη νίκη επί των Ιταλών, την ηρωική ήττα από τους Γερμανούς και τους αγώνες του ελληνικού λαού κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Η κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου και οι σκληρές μάχες που ακολούθησαν δεν έγιναν μόνο με πραγματικά πυρά. Την ίδια στιγμή γινόταν ένας άλλος πόλεμος. Όχι κατά μέτωπο, αλλά στα μετόπισθεν.
Από την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου η τέχνη αποτέλεσε χρήσιμο εργαλείο στον αγώνα κατά του κατακτητή. Παρατηρείται μια καλλιτεχνική έκφραση, που κορυφώνεται τα επόμενα χρόνια της γερμανικής κατοχής. Ο πνευματικός και καλλιτεχνικός κόσμος της Ελλάδας στρατεύτηκε μ’ένα μοναδικά εντυπωσιακό τρόπο υπέρ του εθνικού σκοπού, θεωρώντας χρέος του να λάβει μέρος στην εμψύχωση του λαού.

ΕΠΙΒΙΩΣΗ

Χρυσές σελίδες ηρωισμού έγραψαν οι γυναίκες του ’40. Οι γυναίκες της Πίνδου, στον δύσκολο τούτο πόλεμο εναντίον του Ιταλικού Φασισμού σχημάτιζαν ατέλειωτες φάλαγγες, σκαρφαλώνοντας σε υψόμετρο 2.000 και 2.500 μέτρων, φορτωμένες πολεμοφόδια, όπλα και τρόφιμα στο ανέβασμα, και κουβαλώντας τραυματίες στο κατέβασμα.

Οι γυναίκες στις πόλεις προσέφεραν κι αυτές το δικό τους μερίδιο στην εποποιία του 1940. Η Οργάνωση «Η Φανέλα του Στρατιώτη» στην οποία συμμετείχε όλος σχεδόν ο γυναικείος πληθυσμός της χώρας, συγκέντρωνε ρουχισμό για τον μαχόμενο ελληνικό στρατό στα αλβανικά σύνορα, όπου ο δριμύς χειμώνας αποδεικνυόταν ο χειρότερος εχθρός. Πολλές νέες γυναίκες εγγράφονταν εθελοντικά στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως νοσοκόμες.
Στην κατοχή η πάλη για την επιβίωση του λαού ήταν μια αυθόρμητη αντιστασιακή πράξη. Τα λαϊκά συσσίτια άρχισαν να λειτουργούν με την πρωτοβουλία των πιο δραστήριων παραγόντων των επαγγελματικών οργανώσεων, των συλλόγων των εργαζομένων, του Ερυθρού Σταυρού και των αντιστασιακών οργανώσεων.

[...] Το Δεκέμβρη του 1943, αρχή ενός ακόμα χειμώνα πείνας και παγωνιάς, άχνισε κάτι ζεστό ξαφνικά στην αυλή του σχολείου μας. Ήταν ένα μεγάλο καζάνι και μέσα είχε συσσίτιο για τα παιδιά. [...] Κι έτσι γινόταν από κείνη τη μέρα. Η σούπα ερχόταν τακτικά, πάντα η ίδια, άνοστη και πηχτή. Ώσπου μια μέρα, μας μοίρασαν κάτι ξεχωριστό. Μπήκαμε στη γραμμή και μας έβαλαν στα τενεκεδάκια κάτι σα μέλι, αλλά σκούρο κοκκινωπό. «Γλυκόζη» το είπαν. Βουτούσαν τα παιδιά το δάχτυλο στη γλυκόζη, το έγλειφαν με απόλαυση και γελούσαν ευτυχισμένα, πειράζονταν μεταξύ τους.
Ένα μεσημέρι, γυρίζοντας ο αδερφός μου από το σχολείο, δεν ήθελε να βάλει μπουκιά στο στόμα του – ούτε από τη σούπα, ούτε από τη γλυκόζη. [...] Με τα πολλά, αποφάσισε τελικά να μιλήσει. Κι αυτό που μας είπε, γράφτηκε στη μνήμη μου ανεξίτηλα...
Στην αυλή για το συσσίτιο βρισκόταν με της τάξης του τα παιδιά. «Σκαρώνουμε κάτι;» άκουσε έναν από τους συμμαθητές του- «πειραχτήρης» ήταν το παρατσούκλι του – να ψιθυρίζει στο διπλανό, μόλις πήρε τη γλυκόζη στο τενεκεδάκι του. Ο άλλος έγνεψε «ναι». Τότε ο πειραχτήρης κάτι του είπε στ’ αυτί, κρυφογέλασαν οι δυο τους πονηρά κι εξαφανίστηκαν στη στιγμή. Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι να μπούνε στην τάξη. Πρώτα έμπαιναν τα κορίτσια. Ύστερα τ’ αγόρια. Τελευταία η δασκάλα, που κόντευε να μην ξεχωρίζει από τα παιδιά, έτσι που είχε απομείνει πετσί και κόκαλο. Καταλάβαινες πως ήταν μεγάλη από τα μάτια της μόνο, που τα σκοτείνιαζαν ολόγυρα δυο μαύροι κύκλοι. 
[...] Κοντά στην πόρτα της τάξης στεκόταν σκυφτή, σα να ψαχούλευε κάτι. «Μα τι κάνει η κυρία εκεί;» ρώτησε παραξενεμένος ο Μάνος που δεν καλόβλεπε. Τα περισσότερα παιδιά ήταν όρθια ακόμα. «Πασαλείψαμε το χερούλι με γλυκόζη», χασκογέλασε από δίπλα ο πειραχτήρης, «για να κολλήσουν τα χέρια της να γελάσουμε!» 
Δε γελάσανε. Καθίσανε τελικά στα θρανία τους και δε μιλούσε κανείς. Βλέπανε τη δασκάλα τους τώρα όλοι βουβοί, σαστισμένοι. Είχε σκύψει κι έγλειφε με λαχτάρα μια το χερούλι της πόρτας, μια την παλάμη της… Ύστερα γύρισε και τους κοίταξε με παράπονο. Στα μάγουλά της έτρεχαν δάκρυα. «Μην τη σπαταλάτε τη γλυκόζη, χρυσά μου, για τ’ όνομα του Θεού!», είπε ξέπνοα. «Σας τη δώσαμε όλη, ούτε μια σταγονίτσα δεν κρατήσαμε εμείς οι δάσκαλοι, για να τη φάτε να δυναμώσετε εσείς τα παιδιά. Μην τη σπαταλάτε, σας παρακαλώ, είναι κρίμα! Είν’ αμαρτία!»
Την πήραν πάλι τα δάκρυα. Κι έκλαιγε, έκλαιγε… Μαζευτήκαν όλοι τριγύρω της. Μονάχα ο πειραχτήρης έμεινε στο θρανίο του με το κεφάλι κατεβασμένο.
Απόσπασμα από το βιβλίο της Λότη Πέτροβιτς, «Ο καιρός της σοκολάτας»

Ίσως το χαρακτηριστικότερο τραγούδι για τα μαύρα χρόνια της πείνας είναι το «Πατάω ένα κουμπί», γνωστό και ως «Νιξ φαί», δηλ. δεν έχει φαί. Το τραγούδι με χιούμορ καταγγέλλει τους επιτήδειους που έκλεβαν τα τρόφιμα που μοίραζε ο Ερυθρός Σταυρός στους πεινασμένους Έλληνες. Από τα τρόφιμα που έφταναν στη χώρα μας χάρη στην ξένη βοήθεια ή τους Έλληνες του εξωτερικού έκλεβαν οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους, για να τα βγάλουν μετά στη μαύρη αγορά. Πολλοί μετά από πολύωρη αναμονή για το πολύτιμο συσσίτιο πληροφορούνταν «το φαί τέλος». Ο ανώνυμος που το έγραψε απέδειξε για ακόμη μία φορά ότι ο Έλληνας ακόμη και τη δυστυχία του την κάνει τραγούδι.

ΑΦΙΣΕΣ

Η Βάσω Κατράκη, ο Κώστας Γραμματόπουλος, ο Τάσσος Αλεβίζος και ο Γιώργος Γουναρόπουλος, νεαροί σπουδαστές του εργαστηρίου χαρακτικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του Γιάννη Κεφαλληνού, δημιούργησαν αφίσες και χαρακτικά, εμπνευσμένοι από το έπος της Αλβανίας και τη γερμανική κατοχή που ακολούθησε. Το εργαστήριο γίνεται φυτώριο μέσα από το οποίο ξεπηδά η τέχνη της αντίστασης. Εκεί, με την καθοδήγηση του Κεφαλληνού, τυπώθηκαν πολλά αντιστασιακά έργα του αγώνα. Μάλιστα, καταστράφηκαν από τους Γερμανούς μερικά έργα από το μαρτυρολόγιό του, που τ’ ονομάζει «Λιμό της Κατοχής» (1942).

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Σπουδαία και ριψοκίνδυνη δουλειά κάνουν οι φωτογράφοι της κατοχής. Ο Κώστας Παράσχος και η Βούλα Παπαϊωάννου για παράδειγμα, σαν φωτορεπόρτερ της εποχής προωθούσαν τις φωτογραφίες τους σε συμμαχικά μέσα, όπως το Associated Press, παρόλο που απαγορευόταν η λήψη φωτογραφιών και τιμωρούνταν με την ποινή του θανάτου όποιος το τολμούσε. Δοσίλογοι, μαυραγορίτες, ολοκαυτώματα, προκηρύξεις, σαμποτάζ, συνθήματα στους τοίχους, χώροι βασανιστηρίων και εκτελέσεων παρελαύνουν μπροστά από το φωτογραφικό φακό.

 

Οι φωτογράφοι της εποχής πιστεύουν πως με τις φωτογραφίες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο και να διεγείρουν συνειδήσεις. Τα ντοκουμέντα εκείνα βοήθησαν στην κινητοποίηση διεθνών οργανώσεων για την αποστολή βοήθειας στην Ελλάδα.

ΛΑΪΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά μέσα λαϊκής έκφρασης αλλά και ενημέρωσης την περίοδο 1940-1944 υπήρξαν οι λαϊκές εικόνες (λιθογραφίες – ξυλογραφίες), ανώνυμων ή επώνυμων καλλιτεχνών. Οι εικαστικοί της κατοχικής περιόδου χρησιμοποιούν την εικόνα ως όπλο αντίδρασης σε μια ασφυκτική πραγματικότητα, σοκάρουν το κοινό και με το αντιπολεμικό τους μήνυμα συμβάλλουν στην κατανόηση των δεινών του πολέμου.

ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΕΙΣ

Το ελληνικό θέατρο συμβάλλει στην ηρωική προσπάθεια του αγωνιζόμενου έθνους. Η επιθεώρηση προσφέρει στο λαό ένα θέαμα σπαρταριστό, συνδυάζοντας την ανελέητη σάτιρα προς τον κατακτητή με στιγμές γέλιου που όλοι έχουν ανάγκη. Η επιθεώρηση «Μπέλλα Γκρέτσια» του Μίμη Τραϊφόρου ανεβαίνει στο «Μοντιάλ». Κατά τη διάρκεια της παράστασης η Άννα Καλουτά μετατρέπεται στο «ηρωικό ευζωνάκι», ενώ η Σοφία Βέμπο, τραγουδά το «Παιδιά της Ελλάδος Παιδιά» σ’ ένα θέατρο γεμάτο με νεοσύλλεκτους φαντάρους και τους πρώτους τραυματίες που έχουν επιστρέψει με κρυοπαγήματα. Μία βραδιά, πριν τελειώσει το τραγούδι, ένα παλικάρι με κομμένα και τα δυο του πόδια φωνάζει: «Τραγούδα, Σοφία, τραγούδα, όταν τραγουδάς δε νιώθουμε πόνους στα πόδια μας!».

Η γερμανική εισβολή αλλάζει αναγκαστικά το ρεπερτόριο. Η επιβαλλόμενη λογοκρισία συνοδεύεται από αυστηρές κυρώσεις και οι επιθεωρησιογράφοι εμπλουτίζουν τα κείμενά τους με υπονοούμενα. Η εφημερίδα Ακρόπολις, 1942, σημειώνει: «Το φαινόμενο της θεατρομανίας πού κατέλαβε τελευταίως τους Αθηναίους… είναι ένα γεγονός εξαιρετικού ενδιαφέροντος». Ο λαός αναζητούσε στο θέατρο τον αγωνιστικό παλμό, που του μετέδιδαν από τη σκηνή οι ηθοποιοί.

ΑΠΕΡΓΙΕΣ – ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ

Αντιστασιακές πράξεις αποτελούσαν οι απεργίες και οι διαδηλώσεις. Στις 5 Μαρτίου 1943 η γενική απεργία ματαιώνει την επιστράτευση των Ελλήνων εργατών, οι οποίοι προορίζονταν για να σταλούν στη Γερμανία, ώστε να δουλέψουν στα εργοστάσια. Το Φεβρουάριο του 1943 η κηδεία του Κωστή Παλαμά εξελίχθηκε σε αντιστασιακή εκδήλωση με το πλήθος να τραγουδά τον εθνικό ύμνο. Στις 22 Ιουλίου 1943 η παναθηναϊκή διαδήλωση διαμαρτυρίας εναντίον της σχεδιαζόμενης αντικατάστασης των γερμανικών στρατευμάτων στη Θεσσαλονίκη με βουλγαρικά στρατεύματα πνίγεται στο αίμα από τα γερμανικά τανκς.

Διασκευασμένο απόσπασμα από το διήγημα του Ηλία Βενέζη, 22 Ιουλίου 1943
Την παραμονή της μεγάλης μέρας κατά το βράδυ, αφού τελείωσαν ό,τι τους είχε οριστεί να κάνουν απ’ την ομάδα τους, είπαν να ξεκουραστούν λίγο.[…] Πήγαν στο πάρκο και κάθισαν σ’ έναν πάγκο. […] Κάμποση ώρα μείνανε σιωπηλοί.
«Μήπως … μήπως φοβάσαι τίποτα;» τη ρώτησε μια στιγμή. Του έπιασε το χέρι και το έσφιξε.
«Όχι», είπε, και η φωνή της ήταν σταθερή και βέβαιη. «Δε φοβάμαι.»
«Οι Γερμανοί θα χτυπήσουν σκληρά αύριο. Να ’σαι σίγουρη», λέει το αγόρι.
«Είμαι σίγουρη.»
«Θα ’ρθουν και για μας καλές μέρες», είπε το αγόρι συγκινημένο. «Τότε θα μπορούμε να νοιαστούμε και για την ευτυχία μας, τη δική σου και τη δική μου…».
Μίλησαν τότε για τα όνειρά τους και για το μέλλον. Είχαν γνωριστεί πριν από λίγους μήνες, σε ώρα κρίσιμη, όταν είχαν βρεθεί πλάι – πλάι σε μια διαδήλωση στους δρόμους της Αθήνας. […]
Εκείνη σπούδαζε χημεία, κι εκείνος σπούδαζε στο Πολυτεχνείο. Φκιάνανε όνειρα, για το μέλλον. Όταν η ειρήνη θα ερχόταν πάλι στους τυραννισμένους ανθρώπους, […], όταν οι άνθρωποι θα είχαν πάλι δικαίωμα στη λευτεριά, τότε κι αυτοί, έχοντας κάνει το χρέος τους προς την πατρίδα τους, θα κάνανε το ταξίδι για την ατομική τους ευτυχία. […]
Στέναζε ο λαός των Ελλήνων απ’ την αβάσταχτη δουλεία των Ιταλών και των Γερμανών. […] Ωστόσο ο λαός δε γονάτιζε. Μάζευε τις λίγες δυνάμεις που του έμεναν, έβγαινε στους δρόμους και φώναζε. Ήρθε το μήνυμα ότι πιο ψηλά, στα βορινά μέρη της Ελλάδας, νέος καταχτητής πατούσε τη γη. Οι Βούλγαροι σφάζανε, ρημάζανε. Ο πεινασμένος λαός έσφιξε τα δόντια του και είπε να βγει πάλι στους δρόμους και να φωνάξει για λευτεριά και για δικαιοσύνη.
Μες στην Αθήνα στους μεγάλους δρόμους της, το πλήθος περπατά σιωπηλό και σκυφτό σα να σεργιανά στον ήλιο και στα αγάλματα. Τίποτα δεν προδίνει πως κάτι ετοιμάζεται, πως κάτι θα γίνει. […] Απ’ το λαό που περπατά σαν αμέριμνος, σ’ ένα δοσμένο σύνθημα ξεχύνεται άξαφνα ένα μεγάλο κύμα και τρέχει προς τον ανοιχτό χώρο που είναι μπρος στο Πανεπιστήμιο. […] Την ίδια στιγμή ακούγονται απ’ την άκρη του δρόμου οι αλυσίδες του γερμανικού τανκ, που κίτρινο σαν το θάνατο, τρέχει προς το μέρος που άναψε η σπίθα. […]
Στην κορυφή του κύματος μια ασπρογάλανη σημαία ξεδιπλώθηκε τότε. Κυμάτισε στο λίγο αγέρα, κυμάτισαν και τα μαλλιά του κοριτσιού που τη σήκωνε στα χέρια του. Προχωρούσε με σταθερό βήμα, ξαναμμένη και περήφανη, και πλάι της βάδιζε ο φίλος της. Τραγουδούσαν τον Ύμνο στην Ελευθερία και βάδιζαν. Λίγο πιο μπρος τους, μπρος τα μάτια τους που σπίθιζαν, έλαμπε το όραμα της Ελλάδας. Και λίγο πιο μπρος ακόμα, ήταν το όραμα το δικό τους, η ευτυχία που μίλησαν χτες με τα άστρα[…]
Το πολυβόλο έριχνε τώρα πάνω στα κορμιά. Βρήκε πρώτα κατάστηθα το νεανικό σώμα που είχε ανεμισμένα μαλλιά στο κεφάλι και που κρατούσε στα χέρια του την ανεμισμένη σημαία. Την ίδια στιγμή το τανκ που έτρεχε με δαιμονισμένο θόρυβο και είχε φτάσει, έπεσε πάνω στο λαβωμένο σώμα που σπάραζε, πέρασε από πάνω του τις βαριές αλυσίδες του, μπήκε μες στο πλήθος, το σκόρπισε για μια στιγμή και τράβηξε πέρα. […]
Με θολά τα μάτια την πήρε το αγόρι, ο φίλος της, στα χέρια του και τη σήκωσε. Ένας άλλος φοιτητής σήκωσε τη ματωμένη σημαία. Κι απ’ τη βαθιά σιωπή που είχε ξαπλωθεί με το δέος του θανάτου, σηκώθηκε άγρια σα σίφουνας η φοβερή κραυγή του πλήθους που καταριόταν τους φονιάδες και φώναζε για εκδίκηση και λευτε-ριά.
Έκανε όνειρα για το μέλλον… Κοιμήσου, μικρή Ελληνίδα. Τα όνειρα δε θα’ρθουν πια για σένα. Αλλά θα ’ρθουν για τα άλλα τα κορίτσια και τα αγόρια του τόπου σου, για τα κορίτσια και τα αγόρια του κόσμου. Κι αυτά θα σε θυμούνται και θα σ’ ευλογούν, επειδή με το αίμα σου άγιασες τα όνειρά τους.

ΜΟΥΣΙΚΗ – ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Στη διάρκεια της Κατοχής, το ρεμπέτικο πολιτικό τραγούδι τραγουδιόταν κρυφά και συνωμοτικά, σε μέρη που δεν είχε κατακτητές ή πληροφοριοδότες-προδότες. Αγαπημένο θέμα οι σαλταδόροι, δηλαδή τα άτομα που πήδαγαν με κίνδυνο της ζωής τους, στα γερμανικά και ιταλικά αυτοκίνητα, για να κλέψουν τρόφιμα. Η πραγματική διάθεση των σαλταδόρων, περιγράφεται κυρίως με την λέξη ΠΕΙΝΑ και το σάλτο γίνεται πολλές φορές πράξη ηρωική, όταν ο σαλταδόρος, έχει στόχο να χορτάσει εκτός από τον εαυτό του και κάποιον άλλο.

ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

Οι γελοιογραφίες αποτελούσαν το οπλοστάσιο των μετόπισθεν. Τα αλλεπάλληλα πολεμικά ανακοινωθέντα από το μέτωπο δεν έπαψαν να τροφοδοτούν το μολύβι των Ελλήνων γελοιογράφων, που έκαναν αγώνα στο μέτωπο της ενημέρωσης. Το πενάκι τους εξίσου αιχμηρό με τη λόγχη των ευζώνων στο μέτωπο. Με πόση ανυπομονησία έπιαναν στα χέρια τους οι απλοί άνθρωποι τις φυλλάδες για να διασκεδάσουν με τα εικονογραφημένα παθήματα του Ντούτσε! Φωκίων Δημητριάδης, Γιώργος Γκεϊβέλης, Σοφοκλής Αντωνιάδης, Σταμάτης Πολενάκης και τόσοι άλλοι αξιοποιούσαν γόνιμα τη δύναμη του γέλιου για να ενισχύσουν το ηθικό του λαού.

ΚΙΝΟΥΜΕΝΑ ΣΧΕΔΙΑ

Το χειμώνα του 1942 στη Σίφνο, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο έλληνας σκιτσογράφος Σταμάτης Πολενάκης σχεδιάζει την πρώτη ελληνική ασπρόμαυρη ταινία κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους με τίτλο «Ο Ντούτσε Αφηγεί-ται…», η οποία κινηματογραφήθηκε μερικά χρόνια αργότερα, το 1945. Παρακολου-θούμε τον ιταλό δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι να πλασάρει παντού ψέματα, ώστε να καλύψει την ήττα του από τους Έλληνες.

Η αντιφασιστική ταινία του Walt Disney το 1943 περιγράφει πως εκπαιδεύονται τα παιδιά στη Γερμανία. Οι φασίστες δε γεννιούνται, αλλά γίνονται.

Το Walt Disney, Education for death με ελληνικούς υπότιτλους.

Κάθε επέτειος είναι μια ευκαιρία να κοιτάξουμε το παρελθόν, να πλησιάσουμε εποχές που φαίνονται μακρινές, αλλά τελικά τα «ίχνη» τους φτάνουν ως το σήμερα. Καλούμαστε να στρέψουμε το βλέμμα σε κείνες τις στιγμές που η Ελλάδα ζούσε το Έπος του 1940, την τραγωδία της κατοχής και τον ηρωισμό της Εθνικής Αντίστασης για να αντιμετωπίσουμε τους δικούς μας «δαίμονες», όπως μαρτυρούν τα πρόσφατα γεγονότα στα ΕΠΑΛ της Σταυρούπολης και του Ευόσμου στη Θεσσαλονίκη.

“Το ημερολόγιο ενός αντιφασίστα”, από το αντιφασιστικό μέτωπο μαθητών Ηλιούπολης
Προχτές το βράδυ ένας μετανάστης λήστεψε μια γιαγιά, πέντε γειτονιές παρακάτω. Την άλλη μέρα στο σχολείο, ο συμμαθητής μου ο φασίστας χτύπησε έναν άλλο συμμαθητή μου, που οι γονείς του είναι μετανάστες. Ο ίδιος γεννήθηκε εδώ, μιλά ελληνικά και δεν ξέρει καμιά άλλη πατρίδα πέρα από την Ελλάδα. […] Η καημένη η γιαγιά δεν κέρδισε καμιά παρηγοριά από αυτή τη πράξη εκδίκησης και ο συμμαθητής μου μας κοιτάει πια όλους με καχυποψία. Κι έτσι, έχασα έναν Έλληνα φίλο και κέρδισα έναν φασίστα.
Οι φασίστες όλο μιλάνε για την ένδοξη ελληνική φυλή και τον ελληνικό πολιτισμό. Οι ίδιοι όμως δεν ξέρουν καλά την ιστορία μας και δε γνωρίζουν τίποτα απ’τα έργα των αρχαίων Ελλήνων. Η καλύτερη απόδειξη ότι αγαπάς την χώρα σου είναι να την υπερασπίζεσαι όχι με μεγάλα λόγια, αλλά με πράξεις. […] Τις προάλλες στο σχολείο συνέβη κάτι άλλο. Η Ελένη, η συμμαθήτρια μου, είναι φωνακλού και τα «χώνει», η μάνα της είναι αριστερή. Ο φασίστας συμμαθητής μου την χτύπησε, εγώ όμως δεν αντέδρασα. Είναι που η Ελένη καμιά φορά γίνεται εκνευριστική και μέσα μου σκέφτηκα (καλά της έκανε). Μετά το ξανασκέφτηκα, αλλά ήταν αργά πια, αργά και αισθάνομαι ότι έχω πέσει στα μάτια της. Κι έτσι, έχασα μια φίλη και κέρδισα έναν φασίστα.
Στο γήπεδο οι φασίστες φωνάζανε πίθηκο τον καλύτερο παίκτη της ίδιας μας της ομάδας, γιατί είναι από την Αφρική. Ο καλύτερος μας παίκτης πικράθηκε και ζήτησε μεταγραφή.
Κι έτσι, έχασα τον παικταρά μας και κέρδισα έναν φασίστα.
Οι φασίστες προωθούν το μίσος και την απανθρωπιά. Μισούν και χτυπούν τους ξένους, τις γυναίκες, τους ομοφυλόφιλους, τους μορφωμένους, τους δημοκράτες, τους ελεύθερους ανθρώπους. Μισούν ό,τι τους ξεπερνά και ότι δεν καταλαβαίνουν. Όποτε όμως βρεθούν απέναντι σε αντιφασίστες το βάζουν στα πόδια. Τον τελευταίο καιρό με τόσους φασίστες που μ’έχουν κερδίσει, έχω αρχίσει να προσέχω τι λέω και να διστάζω να πάρω θέση. 
Κι έτσι, πριν χάσω το θάρρος μου για πάντα με αντάλλαγμα το φόβο του φασίστα, σου φωνάζω: 
ΕΞΩ ΟΙ ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΑΠ’ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ,
ΕΞΩ ΟΙ ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΑΠ’ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΜΑΣ! 
Κι έτσι, ξανακέρδισα τον εαυτό μου, χάνοντας μόνο έναν φασίστα.

Τη γιορτή οργάνωσε η Φιλόλογος κ. Αγγελική Δασκαλάκη και την καλλιτεχνική επιμέλεια είχε η συνάδελφος Μαρκέλλα Πίκρου του τομέα Εφαρμοσμένων Τεχνών. Συμμετείχαν οι μαθητές Γεωργία Γράψια, Νίκος Κανέλλος, Ελισάβετ Μαρτίδη, Μυρτώ Μπελιμέζη, Ειρήνη Ξένου, Κρις Παπαϊωάννου, Δέσποινα Ρέκκα, Αλέξανδρος Τζερνιάς και Κώστας Τρίμης.